Ιωάννης Εμμ. Τσουδερός (1772 – )

ΙΩΑΝΝΗΣ 0004

 

Ο Ιωάννης υπήρξε ο πέμπτος υιός του Εμμανουήλ Τσουδερού από τον γάμο του στο χωρίο των Ασωμάτων. Συνέδραμε από παιδί τους μεγαλύτερους αδελφούς του Γεώργιο και Μελχισεδέκ. Τούτο εγένετο πριν την έναρξη της Επανάστασης κυρίως στη συλλογή και φύλαξη των όπλων στις σπηλιές της παραλίας της Μονής Πρέβελη. Μετά τα γεγονότα της 24ης Μαΐου 1821 στη Μονή Πρέβελη ηκολούθη πλέον από πολύ κοντά και πάντοτε κυρίως το μεγάλο του αδελφό Γεώργιο. Μετά την έναρξη της Επανάστασης στον Κουρκουλό …

…………………….

Ο εξ Ηρακλείου Δελή Μουσταφάς επί κεφαλής τριακοσίων Αμπαδιωτών εισέβαλεν εις τα ανατολικά χωρία της Επαρχίας Ταύτης Μέλαμπες, Ακούμια και Κρύαν Βρύσην και πυρπολεί αυτά.

Η είδησις αύτη ου μόνον δεν εξέπληξε τον Μελχισεδέκ, αλλά μάλλον εξωπήρωσεν αυτόν. Συλλέξας λοιπόν τους περί αυτόν εδημηγόρησεν ούτω πως:

 «οι αδελφοί μου! Η προχθεσινή νίκη ήτο νεκρανάστασις και πρόδρομος μεγάλων ελπίδων της επιδιωκομένης ελευθερίας μας. Την στιγμήν ταύτην βλέπω, ότι μας παρουσιάζεται και ετέρα καλή ευκαιρία, να δοξάσωμεν τα όπλα μας. Όστις λοιπόν αγαπά τον Ιησούν Χριστόν ας εγκαταλείψη ενταύθα κατά γης παν ό,τι έχει άχρηστον εις τον πόλεμον και ας σπεύση να δοξασθή. Ας είναι δε βέβαιος, ότι ουδείς θα καταδεχθή ή θα τολμήση να αφαιρέση τι εκ των ούτως εγκαταλιμπανομένων και αν, ως ελπίζω, η θεία Πρόνοια δωρήση ημίν και σήμερον την νίκην, σκυλεύομεν και τους φονευθησομένους εχθρούς ημών, επανερχόμεθα αύριον δεδοξασμένοι και έμπλεοι και ετέρων λαφύρων και παραλαμβάνομεν και τα σήμερον εγκαταλιμπόμενα».

Εν τη στιγμή δ’ άπαντες εγκατέλειψαν παν ότι περιττόν είχον και εκραύγασαν «εμπρός!» και επορεύθησαν προς συνάντησιν του εχθρού. Κρατεράς δε μάχης συναφθείσης εν τω χωρίω Σπήλι, πολλοί μεν Τούρκοι εφονεύθησαν, οι δε λοιποί ετράπησαν εις φυγήν, καταλιπόντες εις το πεδίον της μάχης τον Αρχηγόν αυτών Δελή Μουσταφάν, όστις μετά των δύο γυναικαδέλφων του ως εκ της επικαιροτάτης θέσεως, ην κατείχε (καθότι εκράτει την έμπροσθεν λίαν δύσβατον δίοδον, ην μόνην αν διήρχετο τις, ηδύνατο να τον προσβάλη εκ των νώτων) αντέσχεν ακόμη επί μίαν και ημίσειαν ώραν ηρωικώς μαχόμενος. Την θέσιν ταύτην κατείχεν ο Μουσταφάς μετά των γυναικαδέλφων του, έχοντες τα όπλα των επι σκοπώ, εις τρόπον ώστε πας, όστις επειράτο να διέλθη την δίοδον, όπως του κερδίση τα νώτα, ήτον απολύτως αδύνατον, να μη πέση διάτρητος υπό των σφαιρών των. Πολλοί λεοντόκαρδοι ήρωες αλληλοδιαδόχως απεπειρώντο την διάβασιν της επικινδυνοτάτης ταύτης διόδου, αλλ’ εις μάτην.

Επί τέλους όμως ο αδελφός του Μελχισεδέκ ο Ιωάννης Τσουδερός, απολέσας πάσαν υπομονήν, ώρμησε προς την δίοδον και πεσών ησύχως κατά γης είρπε δια της κοιλίας  ως όφις, μέχρις ου βαθμηδόν και κατ’ ολίγον μετά τας ατυχείς πυροβολήσεις του Μουσταφά και των γυναικαδέλφων του (καθότι, καθ’ οδόν τρόπον ως όφις εσύρετο, αι βολαί δεν τον προσέβαλλον) κατώρθωσε να διέλθη την επικινδυνοτάτην ταύτην δίοδον.

Ούτω διελθών αβλαβής ταύτην ο ήρως Ιωάννης Τσουδερός εβάδισε ταχέως κατά  καμπύλην γραμμήν και μετά τινά λεπτά της ώρας ευρέθη όπισθεν του Μουσταφά, προς ον πλησιάσας κραυγάζει μετά βροντώδους φωνής «κάτω τα’ άρματα, άπιστε!». Ο Μουσταφάς, συναισθανθείς την δεινήν θέσιν του, απήντησε «ναι, τα καταθέτω, αλλά παλληκαρήσια», άτινα καταθέσας επήδησεν άοπλος μετά των γυναικαδέλφων του από της θέσεώς του διευθυνθείς μετ’ αυτών κατ’ ευθείαν προς το ελληνικόν στρατόπεδον. Πρώτος, όστις παρέλαβε τα όπλα του Μουσταφά, ήτο ο μοναχός Μισαήλ Παγώνης, στρατιώτης του Μελχισεδέκ Τσουδερού, και τα παρέδωκεν εις τους αρχηγούς του Ελληνικού στρατοπέδου. Φθάσας εις το στρατόπεδον ο περίφοβος Δελή Μουσταφάς πρώτην χάριν ητήσατο παρά των αρχηγών, όπως τω επιτραπή να δωρήση τα πολύτιμα και περιζήτητα όπλα του, εις όντινα εξ αυτών θελήσει. Οι αρχηγοί στέρξαντες εις τούτο, αλληλοδιαδόχως ενεφανίζοντο ενώπιόν του, αλλ’ εις ουδένα ηθέλησε να τα δωρήση, μέχρις ότου ενεφανίσθη τελευταίος ο ήρως, ο αναγκάσας αυτόν να παραδοθή, Ιωάνης Τσουδερός, όστις συναισθανόμενος, ως φαίνεται, ότι ήθελε προτιμηθή των λοιπών, εκ μετριοφροσύνης δεν επαρουσιάζετο πρώτος. Ούτος λοιπόν εμφανισθείς ενώπιόν του τω  είπε « πως, Δελή Μουσταφά, δεν εύρες κανένα των παρόντων αρχηγών όπως τω δωρήσης τα όπλα σου?». Ο δε Μουσταφάς απεκρίθη «όχι εις σε αξίζουν και εις σε τα δωρώ». Αποτεινόμενος δε προς τους λοιπούς αρχηγούς είπε. «Σεις δε αν είσθε τίμια παλληκάρια, δεν πρέπει να τω τα διαφιλονικήσετε». Τότε δ’ αμέσως οι αρχηγοί εξετέλεσαν την επιθυμίαν του ταύτην παραδόντες τα όπλα του εις τον προτιμηθέντα.

Ζωγρηθέντα ούτω τον Δελή Μουσταφάν μετά των γυναικαδέλφων του ωδήγησαν έφιππον επί του ημιόνου του ο Μελχισεδέκ και οι λοιποί αρχηγοί εις Άγιον Ιωάννην τον Καυμένον, το πεδίον της προτεραίας μάχης, καθ’ ην έπεσεν ο Ισμαήλ Αγάς, όπου είδε το πτώμα αυτού και των ομοπίστων του. Τόσον δ’ αιμοβόρος ήτον ούτος, ώστε πολλάκις πρότερον εν διασκεδάσει διηγούμενος τα αιμοβόρα ανδραγαθήματά του εκαυχάτο «ότι μόνον Γιάννηδες είχε φονεύσει ενενήκοντα εννέα». Εις δε των οδηγούντως αυτόν στρατιωτών, όστις είχεν ακούσει ποτέ αυτού, ομιλούντος περί τούτου, αναμνησθείς τότε, ενώ συνδιελέγοντο, τον ηρώτησεν «Αλήθεια! Δελή Μουσταφά, έχεις σκοτωμένους 99 Γιάννηδες?», αυτός δε απεκρίθη «Ναι, βαλάι, αλλ’ ο εκατοστός μ’ έφαγε», δηλαδή ο Ιωάννης Τσουδερός. Μετά παρέλευσιν δε δύο ωρών, προσεγγιζούσης της νυκτός, ετουφέκισαν μετά των γυναικαδέλφων του τον τρομερώτατον τούτον Τουρκαρχηγόν Δελή Μουσταφάν.

If you enjoyed this post, please consider leaving a comment or subscribing to the RSS feed to have future articles delivered to your feed reader.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *