● Iάκωβος Εμμ. Τσουδερός (1769-1806) «Τσουδερογιακουμής»

  1. Το Ιστορικό πλαίσιο.

Η καταστροφή των Σφακίων το 1770 κατά τα Ορλοφικά  είχε εις επερίγραπτον βαθμόν θλιβερώτατην επίπτωσιν εις όλους τους ταλαιπώρους χριστιανούς κατοίκους της Κρήτης. Και προηγουμένως η κατάσταση της νήσου ήταν αρκετά οδυνηρά, αλλά εις το εξής γίνεται καθημερινώς απερίγραπτη και τελείως απελπιστική. Εις την περίοδον που ακολουθεί κατ’ άτομα και ομάδας επετίθεντο οι Τούρκοι δια να ληστεύσουν τους Χριστιανούς, ομοιάζοντες με θηρία και ανημέρους λύκους, που εξορμούσαν λυσσασμένοι από τα σπήλαια και τας φωλεάς των. Όλοι οι Μουσουλμάνοι, εφού εγίνοντο γιαννίτσαροι (γενί ασκέρ) και ορτάκηδες, ωρμούσαν αχαλίνωτοι και χωρίς διάκριση εναντίον αθώων και φιλησύχων ή μη χριστιανών, ώστε οι ταλαίπωροι αυτοί απελπίσθηκαν τελείως από τα απερίγραπτα εις βάρος των τερατουργήματα και τα σιχαμερά έργα των κατακτητών ώστε εκτός των πρώτων θεληματικώς ή βιασθέντων  εξωμοτών, προσήρχοντο εις το μωαμεθανικόν θρήσκευμα απαυδησμένοι, και δια να απαλλαγούν από τας αδιακόπους πιέσεις και συμφοράς.

Εκ των πέντε τούτων υιών του Εμμανουήλ ο δευτερότοκος Ιάκωβος ή Γιακουμής, ο επιλεγόμενος Τσουδερογιακουμής, ανεπτύχθη πολύ ενωρίτερον των άλλων και έτρεφε κατά των Γιεννιτσάρων Τούρκων της πατρίδος του άσπονδο μίσος.  Και μέχρι μεν του 1790 κατέπνιγε τούτο, όπως καλύτερα μπορούσε.

  1. Γάμος στο Σπήλι Αγίου Βασιλείου (1790)

Τότε δε παραυρεθείς  εις γάμο και ευθυμούντος εν τω χωρίω Σπήλι Αγίου Βασιλείου, ήλθαν  απρόσκλητοι και πάνοπλοι και κάποιοι Γιεννίτσαροι Τούρκοι και ήθελον να συμμετάσχουν  της ευωχίας. Και οι μεν χριστιανοί δεν τους το αρνήθηκαν αλλά όσον περιποιητικοί προσεφέροντο , τόσον υβριστικώτεροι και προκλητικώτεροι καθίσταντο οι απρόσκλητοι Τούρκοι. Τότε απολέσας την υπομονήν ο Τσουδερογιακουμής αρπάξας παρ’ ενός των Τούρκων εν γιαταγάνιον και εν πιστόλι, φονεύει δύο και πληγώνει θανασίμως τρίτον και γίνεται άφαντος.

Περί του πρώτου τούτου ανδραγαθήματος του Τσουδερογιακουμή υπάρχει και άλλη παράδοσις. Κατ’ αυτήν ο Τσουδερογιακουμής παρίστατο εις τον γάμον άοπλος, ενώ οι γιαννίτσαροι ήσαν πάνοπλοι. Εξοργισθείς δια την αυθάδη συμπεριφοράν αυτών, ιδία απέναντι των γυναικών, οι οποίες συμμετείχαν εις την ευωχία του γάμου, σκέφθηκε και προσέφυγε εις το ακόλουθο τέχνασμα δια να τους εξοντώσει. Προσποιηθείς άκρα αδιαφορία δια τα συμβαίνοντα εκάλεσε υπό κάποιο πρόσχημα τον έναν των γιαννιτσάρων δια να συνεξέλθουν από την οικίαν του γάμου. Άμα απομακρύνθηκαν εξ αυτής, ο Τσουδερογιακουμής επετέθη αιφνιδίως και αποφασιστικά κατά του γιανιτσάρου, τον αφοπλίζει και τον φονεύει με το ίδιο το γιαταγάνι του. Κατόπιν επανέρχεται εις την γαμήλια οικία και, χωρίς να δείξει οποιαδήποτε συγκίνηση, λέγει εις τον δεύτερον των γιανιτσάρων ότι ο σύντροφός του τον ζητούσε έξω.  Εξέρχονται μαζί και επαναλαμβάνεται εις μικράν απόσταση από της οικίας η αυτή σκηνή του αφοπλισμού και του φόνου και του δευτέρου εσπέχη.

  1. Ιεροτελεστία αδελφοποίησης .

Μετά τούτο παραλαμβάνει τα όπλα αμφοτέρων και απέρχεται εις Σφακιά ( στο χωριό Καλλικράτης διότι είχε συγγενείς από μητρός την οικογένεια Γεωργακομάρκου ή Δαιμονάκηδες).

Eκεί δε βρήκε όχι μόνον άσυλο και φιλοξενία, αλλά και μεγάλη προθυμία υπό ομοφρόνων και συγγενών, του Ιωσήφ Κουτρουμπά εκ της οικογενείας των Μανουσάκων, των Πωλογιάννηδων, των Βολουδιανών, των Μανουσέληδων, των δύο διδύμων υιών του εκ μητρός θείου του του περιβοήτου Γεωργιακομάρκου, εις το να ασπαθούν πάντες τον βίο των αρματωλών μόνο προς υπεράσπιση των χριστιανών. Συνδεθέντες λοιπόν άπαντες μεθ’ όρκου αδελφοποιήσεως, εις τούτους μεν ενέπνεον θάρρος, ως παρέχοντες όσην ηδύναντο προστασίαν, τους δε Τούρκους έβλαπτον και κατεδίωκον.

Η αδελφοποιΐα γινόταν με ιεροτελεστία.

Τα παλληκάρια που θα γίνονταν «αδερφοχτοί» πιάνανε το ένα το ζουνάρι τ’ άλλου κ’ αποτελούσαν αλυσίδα. Ο παπάς στη μέση διάβαζε ευχές «υπέρ αγαπήσεως αυτών εν τω θεώ». Μετά τις ευχές καθένας ορκιζόταν στο ευαγγέλιο: «ορκίζομαι πως θα βαστάξω χατήρι του αδελφοχτού μου πλειά παρά τα’ αδερφού μου». Μετά τον όρκο αυτό οι αδερφοχτοί ήσαν έτοιμοι μπρος σε κάθε κίνδυνο να βοηθήσουν με θυσία της ζωής τους τον αδερφοχτό τους.

Απαραίτητο στην αδελφοποιΐα ήταν να παρίσταται και μία παρθένα που χρησίμευε ως αδελφή κι’ αποτελούσε το συνεκτικό δεσμό των αδερφοχτών. Η αδερφοχτή δεν μπορούσε να πάρη άνδρα της τον αδερφοχτό, γιατί εθεωρούντο πλέον σαν αδέρφια.

Ούτως δε διαβιούντες επί δέκα τέσσαρα ολόκληρα έτη πολλούς μεν Τούρκους, αδικούντας τους χριστιανούς ή καταπιέζοντας αυτούς, ηναγκάσθησαν και να φονεύσωσι, πολλούς δ’ ομοπίστους των να προστατεύωσι.

Σ’ όλα τα χωριά είχε φίλους που τον ελάτρευαν και τον εβοηθούσαν και μαζί μ’ αυτούς σιγά – σιγά αποκτούσε και Τούρκους φίλους, γιατί τους προστάτευε κι’ αυτούς από τους γιενίτσαρους.  Ήταν αρκετό νάχη κανένας φίλο το Τσουδερογιακουμή, για να τον φοβούνται και οι πιο σκληροί γιενίτσαροι (1).


(1)    Οι δογματικοί  της Ανατολικής Εκκλησίας απεκήρυττον και κατεδίκαζον το έθιμον τούτο καθόλου, και μεταξύ χριστιανών. Η θέσις μιμείται την φύσιν. Η δε φύσις δεν παράγει αδελφούς, αλλ’ υιούς. Οι γονείς σας δύνανται να σας προσποιήσωσιν αδελφούς δια γεννήσεως ή δι’ υιοθεσίας. Σεις αυτοί όμως αδελφούς δεν δύνασθε να πλάσητε.

Από, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης  «ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ», Εκδ. οίκος «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ», εν Αθήναι, 1930

  1. Εκδίκηση στο χωρίο Γιαννιού  (Οκτώβριος του 1790)

Εκ παραδόσεως είναι επίσης γνωστά πολλά κατορθώματα του Τσουδερογιακουμή.. Κατά τον Οκτώβριον του 1790 διήρχετο από το χωρίον Γιαννιού (απέναντι από το πατρικό του χωριό Ασώματος) και άκουσε να παίζουν λύρα και να τραγουδούν. Ήταν σαρακοστή των Χριστουγέννων του 1800. Άκουσε λύρα με «σηκωμένο καβαλάρη», που τούκαμε εντύπωση και μάλιστα τέτοιες μέρες νηστείας κι’ έμαθε πως γιενίτσαροι γλεντούσαν στου παπά το σπίτι.

Εξεπλάγη δια το ασύνηθες τούτο γεγονός της ευωχίας εις Χριστιανικό χωρίο σε ημέρες νηστείας των Χριστουγέννων. Παρατήρησε  εκεί, όπου ελάμβανε χώρα η διασκέδαση, και είδε ότι οι ασεβούντες ήσαν δύο εκ των περισσότερο  διαβόητους Τούρκους εσπέχηδες της επαρχίας Αγίου Βασιλείου. Χωρίς να χάνει καιρόν, επιτίθεται κατ’ αυτών κα τους φονεύει εκδικούμενος το προσβληθέν θρησκευτικόν αίσθημα των Χριστιανών κατοίκων του χωρίου. Τα πτώματα αυτών, βοηθούμεος υπό εντόπιων φίλων του, μεταφέρει και ρίπτει εις την εγγύς του χωρίου υπάρχουσαν μικράν, αλλ’ απύθμενον, ως θρυλείται, λίμνην του Κουρνά. Ματαία υπήρξε πάσα προσπάθεια των αρχών και των άλλων Γιαννιτσάρων, όπως ανεύρουν τα ίχνη των ούτως εξολοθρευθέντων ομοθρήσκων των.

  1. φόρος του αίματος (Ντιγέτι).

Ο Τσουδερογιακουμής είχεν διαπράξει κατά των Τούρκων τόσους φόνους, ώστε οι συγγενείς των φονευομένων, μη δυνάμενοι να εκδικηθώσι δι’ αίματος, απήτουν παρά του πατρός τον φόρον του αίματος (ντιγέτι λεγόμενον), το οποίο επιτρέπεται κατά τους Τουρκικούς νόμους.

Και πρώτον μεν αναγκάζουν τον πατέρα να πληρώσει τον φόρον του αίματος των δύο  Τούρκων, τους οποίους εφόνευσε ο υιός του στο γάμο στο Σπήλι, όπως είδομεν. Έπειτα δε, οσάκις εγίγνοντο γνωστοί φόνοι Τούρκων υπό του Τσουδερογιακουμή, οι συγγενείς αυτών επετίθεντο δια της εξουσίας κατά του πατρός και ανάγκαζαν αυτόν να πληρώνει τον φόρο του αίματος.

Μάτην εξώρκιζεν ο ατυχής πατήρ τον υιόν του να παύσει φονεύων Τούρκους, διότι οι συγγενείς αυτών θα καταβροχθίσωσι σύμπασαν την πατρικήν περιουσίαν δια της πληρωμής του φόρου τους αίματος, ο υιός απήντα πάντοτε στερεοτύπως «ό,τι και αν σας κάμουν οι Τούρκοι, εγώ ούτε θα προσέλθω εις αυτούς ζωντανός, ούτε θα παύσω να προστατεύω τους ομοθρήσκους μου». Σε κείνους που τούφερναν τα παράπονα του γέρου Τσουδερού απαντούσε «Tη δουλειά ντου να κάνη ο κύρης μου και γω τη δουλειά μου θα κάνω. Ό,τι κι’ άνε μου μηνά, άδικα μου μηνά».

  1. Επιδρομη στο πατρικό σπίτι στον Ασώματο.

Οι Τουρκικές λοιπόν αρχές, εφ’ όσον η δράσις του Γιακουμή εσυνεχίζετο, αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να περιορισθούν εφεξής εις μόνον το μέσον τούτο δια να πιέσουν την οικογένειαν του. Εσχεδίασαν λοιπόν να την ταπεινώσουν και την τρομοκρατήσουν δια της αποστολής του Σουμάν Αλμπανάκη Κεχαγιάμπαση της επαρχίας Λάμπης, αλλά και γνωστού δια την ανδρείαν αυτού Γιαννιτσάρου, εις το χωρίον των Τσουδερών ο Ασώματος, δια να ερευνήσει την πατρική οικία του Γιακουμή και να κατασχέσει όσα όπλα θα εύρισκε εκεί, δια να δοθεί έτσι εύλογος αφορμή καταδιώξεως ολοκλήρου της οικογενείας. Και ανεύρον πράγματι  μίαν μπιστόλα και μίαν παλαιά φυσιγγιοθήκη, τας οποίας παραλαβόντες ο Αλμπάνης και οι συνοδοί του απήλθον κατευθυνόμενοι προς την εγγύς κειμένην Μονή Πρέβελη (Κτήτωρ της οποίας υπήρξε ο πρόπαππος του Γιακουμή…..).

Ο Τσουδερογιακουμής , κρυμμένος εγγύς που και μαθών τα γενόμενα, δεν καταπτοείται ούτε εκ της πράξεως ούτε εκ του αριθμού των συντρόφων του Κεχαγιά. Αλλά παραφυλάττει αυτόν και τους δώδεκα «γιασαξηδές» του εγγύς της Μονής εις κατάλληλον του δρόμου καμπή. Εκεί άμα τη εμφανίσει των Τούρκων ο αρματωλός κατέρχεται μόνος, αλλά πάνοπλος, εις το μέσον του δρόμου και σταματά τον κεχαγιάν. «Αλμπάνη, δεν ήταν της τιμής, του λέγει, να γυρεύεις στο σπίτι μου ντουφέκια, αφού ξέρεις ότι εγώ τα κρατώ. Για θα γυρίσης πίσω την πιστόλα και το φυσεκλήκι που μου πήρες, για θα σε σκοτώσω». Ο Αλμπάνης, καταπτοηθείς και πιστεύων ότι είχε περικυκλωθή από περισσοτέρους αρματωλούς, ηρκέσθη να ερωτήση τον Γιακουμή, αν αυτός που του ωμίλει ήτο ο Τσουδερογιακουμής. Εις την καταφατικήν τούτου απάντησιν ο κεχαγιάς εμφανώς περίτρομος εστράφη προς τους γιασαξήδες του και τους διέταξε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Ασώματον, δια να επαναφέρουν τα όπλα του Γιακουμή εις το σπίτι του. Ο Τσουδερογιακουμής παρέμενε με τον Αλμπάνην εις τον τόπον, που είχαν συναντηθεί, μέχρις ότου είδε εκείθεν τους Οθωμανούς ότι έφθασαν εις την οικία του και συνεπέρανε ότι  επέστρεψαν τα όπλα που προηγουμένως του είχαν κατάσχει. Αντί να ταπεινωθεί, είχε ταπεινώσει τοιουτοτρόπως τις Τουρκικές αρχές. Και τότε πλέον αφήκε ελεύθερο τον Αλμπάνην να συνεχίσει τον δρόμο του προς την Μονήν.

  1. Εκδίκηση της δολοφονίας του επίσκοπου Λάμπης Συλιγάρδου.

(9 Ιουλίου 1793)

Άμα έμαθε πως οι αιμοβόροι γιενίτσαροι του Γερακαριού Κακάλης και Ιμπραΐμης μαζί με τον άλλο φρικτό κακούργο από το Νευς Αμάρι, τον Σεκήρ Αγά, εσκότωσαν στις 9 Ιουλίου 1793 τον επίσκοπο Λάμπης Μεθόδιο Συλιγάρδο από το Βυζάρι, γιατί διαρκώς έτρεχε στον πασά του Ρεθύμνου και ζητούσε προστασία για τους καταπιεζόμενους χριστιανούς, δεν ησύχασε ούτε ώρα, ώσπου κατόρθωσε να ξεμοναχέψη τον Κακάλη και να τον σκοτώση, και σε κάμποσες μέρες και τον αδελφό του Σεκήρ Αγά. Έτσι εξεδίκασε το θάνατο του επισκόπου του.

Αλλά εξεδίκασε και τον καταδότη του Μεθοδίου ηγούμενο Φαράντο, που τον έρριξε από ένα φαράγγι για παραδειγματισμό των παρασυρομένων απ’ τους Τούρκους σε πράξεις προδοτικές.

  1. Νυκτερινή ενέδρα στο χωρίο Γάλλου Ρεθύμνης  (3 Δεκεμβρίου 1805)

Μετά τινων εκ των Τούρκων συνδέθηκαν με σχέσεις για την διευκόλυνση του έργου των. Εις δε τούτων ήτο και τις εγχώριος εκ του χωρίου Γάλλου της Ρεθύμνης, Χουσείν Αγάς καλούμενος, τον οποίο η συμμορία του Τσουδερογιακουμή πολλάκις μετεχειρίζετο ως επιδέξιο κατάσκοπο. Εν τούτοις δεν έπαυε και η Τουρκικές αρχές  να απειλούν και πολλά να υπόσχονται προς σύλληψη και εξόντωση του Τσουδερογιακουμή και των συνεταίρων του. Δια πολλών δε υποσχέσεων εκέρδισε, φαίνεται, τον κατάσκοπον τούτων Χουσεΐν Αγάν και ούτος προπαρασκευάσας της Κυβερνήσεως, εκ πεντήκοντα εκλεκτών Τούρκων συγκειμένην, προσεκάλεσε τον Τσουδερογιακουμή και τους εταίρους του εις εστίαση και διανυκτέρευση εν τη οικία του. Ουδέν δ’ υποπτευθέντες ούτοι προσήλθον περί την δείλην και ο προδότης αμέσως έσφαξε κριόν και εμερίμνησε περί πάντων των προς ευωχίαν.

Περί δε το μεσονύκτιον της 3 Δεκεμβρίου του έτους 1805, διαρκούσης εισέτι της ευωχίας, ήρξαντο κατά τα συντειθεμένα να συνέρχωνται οι προς ενέδραν Τούρκοι. Γαυγιζόντων δε των κυνών, ο Τσουδερογιακουμής και οι συνέταιροί του Γεώργιος και Ιωσήφ Μπράι, ήτοι δίδυμοι, υιοί του διαβοήτου Γεωργακομάρκου, και Θεόδωρος Σπάνιας Ιμβριώτης είκασαν μεν την ενέδραν, αλλά καταπνίξαντες την αγανάκτησίν των, παραχρήμα διέταξαν τον φιλοξενούντα προδότην να εξέλθη της οικίας, να ανέβει στον εξώστη και ερευνήσει το αίτιον του γαυγίσματος των κυνών◦ επειδή δ’ ευτυχώς έβρεχεν, ο Τσουδερογιακουμής ευφυώς και σκοπίμως εκάλυψε τον προδότη δια της ιδίας αυτού καπότας. Το στρατήγημα επέτυχε πληρέστατα, οι μεν ενεδρεύοντες εκλαβόντες τον προδότη ως τον Τουδερογιακουμή, επυροβόλησαν άπαντες κατ’ αυτού και τον εφόνευσαν, οι δε ενεδρευόμενοι σβύνοντας τους λύχνους ορμήσαν κατά των ενεδρευόντων με γυμνά γιαταγάνια και σκοτώνοντας δυό γιενίτσαρους, που κρατούσαν την πόρτα κ’ ένα ακόμη άλλο, που προσπάθησε να κόψη το δρόμο τους, έφυγαν χωρίς να πάθουν μήτε καν αμυχή.

Επείσθησαν όμως ότι είναι αδύνατον πλέον να διατηρηθώσιν εν Κρήτη και εξεπατρίσθησαν εις Αίγυπτον, ένθα και εστρατολογήθησαν υπό του Αιγυπτίου σατράπου δια τα προς το ζειν.

  1. Το τέλος στην Αλεξάνδρεια.

Οι συγγενείς των εν Κρήτη φονευθέντων υπ’ αυτών Τούρκων μένεα πνέοντες εμίσθωσαν πέντε ομοπίστους των Τούρκους και τους έπεμψαν εις Αίγυπτον, ίνα δολοφονήσουν τους φονείς των συγγενών των. Μετά πολλάς ατυχείς αποπείρας οι δολοφόνοι εκέρδισαν τον κουρέα του Τσουδερογιακουμή, καθ’ ήν δ’ εποχήν εκείρετο ούτος υπ’ αυτού, οι δολοφόνοι είχον στήσει αυτώ ενέδραν εν αντικρυνώ καφενείω και ητοιμάζοντο να επιτεθώσιν. Ενόησαν μεν την ενέδραν οι παραφυλάσσοντες του Τσουδερογιακουμή συνέταιροι και εφώναξαν το σύνηθες «μας έφαγαν τα σκυλιά», αλλ’ ήτο πλέον αργά. Εις μεν των συνεταίρων αυτού, ο Μανούσακας,  φονεύσας δύο εκ των ενεδρευόντων, διετρυπήθη υπό των σφαιρών των συντρόφων αυτών και έπεσε νεκρός προ του καφενείου. Ο δε Τσουδερογιακουμής, αποσπογγίσας εκ των οφθαλμών του τους σάπωνας, φονεύει ένα μεν δια του πιστολίου, έτερον δε δια της μαχαίρας και τέλος πίπτει και ούτος νεκρός, ως διατρυπηθείς υπό πολλών σφαιρών.

Εις μόνον των συντρόφων του Τσουδερογιακουμή διεσώθη τότε, ο Σπάνιας, όστις επανέκαμψεν εις την Κρήτην και ευρών ετέρους συντρόφους του, τον Λόγιον, τους Βέργιδες, τον Ξεπατέραν και άλλους, εσχημάτισεν ετέραν συμμορίαν αρματωλών, και στη συνέχεια διεξεδίκασεν, εις μέγαν μάλιστα βαθμόν, το αίμα των εν Αλεξανδρεία δολοφονηθέντων αδελφοχτών του όπως είχε άλλωστε ορκιστεί στο Ευαγγέλιο.

 

If you enjoyed this post, please consider leaving a comment or subscribing to the RSS feed to have future articles delivered to your feed reader.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *